Греческий словарь
с грамматикой

λογοκρισία

[loɣokrisˈia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
цензура, контроль над содержанием книг, фильмов и др.
censorship, suppression of content in books, films, etc. · κατάργηση της λογοκρισίας — отмена цензуры

Грамматика

Ед. ч.
им.
η λογοκρισία
вин.
τη λογοκρισία
род.
της λογοκρισίας
зват.
λογοκρισία
Мн. ч.
им.
οι λογοκρισίες
вин.
τις λογοκρισίες
род.
των λογοκρισιών
зват.
λογοκρισίες

Примеры

Η λογοκρισία ήταν αυστηρή κατά τη δικτατορία.
Цензура была суровой во время диктатуры. · Censorship was strict during the dictatorship.
Πολλοί συγγραφείς υπέστησαν τη λογοκρισία των έργων τους.
Многие писатели подверглись цензуре своих произведений. · Many writers had their works subjected to censorship.
Η κατάργηση της λογοκρισίας ήταν ένα σημαντικό βήμα.
Отмена цензуры была важным шагом. · The abolition of censorship was a significant step.