λογιστής
[loˈʝistis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
бухгалтер, счетовод
accountant · ο λογιστής της εταιρείας — бухгалтер компании
2
математик (устаревшее)
mathematician (archaic) · ένας λογιστής της αρχαιότητας — математик древности
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο λογιστής
вин.
τον λογιστή
род.
του λογιστή
зват.
λογιστή
Мн. ч.
им.
οι λογιστές
вин.
τους λογιστές
род.
των λογιστών
зват.
λογιστές
Примеры
Ο λογιστής ελέγχει τα έγγραφα της εταιρείας.
Бухгалтер проверяет документы компании. · The accountant checks the company's documents.
Θέλω να γίνω λογιστής μετά το σχολείο.
Я хочу стать бухгалтером после школы. · I want to become an accountant after school.
Οι λογιστές της τράπεζας δουλεύουν σκληρά.
Бухгалтеры банка работают напряженно. · The bank's accountants work hard.
Συμβουλεύτηκα τον λογιστή για τις φορολογικές υποχρεώσεις.
Я посоветовался с бухгалтером по налоговым обязательствам. · I consulted the accountant about tax obligations.