λογιστήριο
[loʝisˈtiri.o]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
бухгалтерия, отдел бухгалтерии
accounting department, accountant's office · το λογιστήριο της εταιρείας — бухгалтерия компании
2
кабинет бухгалтера
accountant's office or desk · στο λογιστήριο — в бухгалтерии
Грамматика
Ед. ч.
им.
το λογιστήριο
вин.
το λογιστήριο
род.
του λογιστηρίου
зват.
λογιστήριο
Мн. ч.
им.
τα λογιστήρια
вин.
τα λογιστήρια
род.
των λογιστηρίων
зват.
λογιστήρια
Примеры
Το λογιστήριο της τράπεζας είναι στον τρίτο όροφο.
Бухгалтерия банка находится на третьем этаже. · The bank's accounting department is on the third floor.
Έστειλα τα έγγραφα στο λογιστήριο χθες.
Вчера я отправил документы в бухгалтерию. · I sent the documents to the accounting office yesterday.
Τα λογιστήρια πολλών εταιρειών χρησιμοποιούν ειδικό λογισμικό.
Бухгалтерии многих компаний используют специальное программное обеспечение. · Many companies' accounting departments use specialized software.