Греческий словарь
с грамматикой

λογικεύομαι

[loʝiˈkevo̞me]глаголB2

Значения

1
рассуждать логически, строить умозаключение
to reason logically, to think through something · λογικεύομαι για τα προβλήματα — рассуждаю о проблемах
2
обосновывать, приводить логические аргументы
to provide logical arguments, to justify · Πώς λογικεύεσαι αυτή την απόφαση; — Как ты обосновываешь это решение?

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λογικεύομαι
εσύ
λογικεύεσαι
αυτός
λογικεύεται
εμείς
λογικευόμαστε
εσείς
λογικεύεστε
αυτοί
λογικεύονται
Аорист
εγώ
λογικεύθηκα
εσύ
λογικεύθηκες
αυτός
λογικεύθηκε
εμείς
λογικευθήκαμε
εσείς
λογικευθήκατε
αυτοί
λογικεύθηκαν
Будущее
εγώ
θα λογικευθώ
εσύ
θα λογικευθείς
αυτός
θα λογικευθεί
εμείς
θα λογικευθούμε
εσείς
θα λογικευθείτε
αυτοί
θα λογικευθούν

Примеры

Δεν μπορώ να λογικευθώ με αυτά τα γεγονότα.
Я не могу логически обосновать эти факты. · I cannot rationalize these facts.
Όπως λογικεύεται, δεν υπάρχει άλλη λύση.
Как можно логически рассуждать, другого решения нет. · As one can reason, there is no other solution.
Η παιδαγωγός λογικεύτηκε το επιχείρημα με μεγάλη ευκολία.
Педагог обосновала аргумент с большой лёгкостью. · The educator justified the argument with great ease.
Λογικεύονταν τις απόψεις τους με ιστορικές αναφορές.
Они обосновывали свои взгляды историческими ссылками. · They were reasoning through their views with historical references.