λογαριασμός
[loɣaˈrʝazmo]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
счёт (в ресторане, магазине)
bill, check (restaurant, shop) · ο λογαριασμός του εστιατορίου — счёт ресторана
2
банковский счёт, лицевой счёт
bank account, account · τραπεζικός λογαριασμός — банковский счёт
3
расчёт, учёт, соображение
calculation, account, consideration · λαμβάνω κάτι σε λογαριασμό — учитываю что-то
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο λογαριασμός
вин.
τον λογαριασμό
род.
του λογαριασμού
зват.
λογαριασμέ
Мн. ч.
им.
οι λογαριασμοί
вин.
τους λογαριασμούς
род.
των λογαριασμών
зват.
λογαριασμοί
Примеры
Ο λογαριασμός είναι πολύ ακριβός.
Счёт слишком дорогой. · The bill is too expensive.
Έχω λογαριασμό σε τρεις τράπεζες.
У меня есть счета в трёх банках. · I have accounts at three banks.
Πρέπει να πληρώσω τους λογαριασμούς μου.
Мне нужно оплатить мои счета. · I need to pay my bills.
Λάβε αυτό υπόψη στον λογαριασμό σου.
Учти это в своих расчётах. · Take that into your account.