λοίμωξη
[ˈlimoksi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
инфекция, заражение
infection · βακτηριακή λοίμωξη — бактериальная инфекция
2
инфекционное заболевание
infectious disease · λοίμωξη του αναπνευστικού — инфекция дыхательных путей
Грамматика
Ед. ч.
им.
η λοίμωξη
вин.
τη λοίμωξη
род.
της λοίμωξης
зват.
λοίμωξη
Мн. ч.
им.
οι λοιμώξεις
вин.
τις λοιμώξεις
род.
των λοιμώξεων
зват.
λοιμώξεις
Примеры
Ο γιατρός διέγνωσε μια βακτηριακή λοίμωξη.
Врач диагностировал бактериальную инфекцию. · The doctor diagnosed a bacterial infection.
Οι λοιμώξεις των ούρων είναι συχνές το χειμώνα.
Инфекции мочевыводящих путей часто встречаются зимой. · Urinary tract infections are common in winter.
Χωρίς αντιβιοτικά, η λοίμωξη μπορεί να επιδεινωθεί.
Без антибиотиков инфекция может усугубиться. · Without antibiotics, the infection can worsen.
Της λοίμωξης τα συμπτώματα εμφανίστηκαν ξαφνικά.
Симптомы инфекции появились внезапно. · The symptoms of the infection appeared suddenly.