Греческий словарь
с грамматикой

λιώνω

[liˈono]глаголB1

Значения

1
таять, плавиться
to melt, to thaw · το χιόνι λιώνει — снег тает
2
изнывать, томиться (от жара, боли, тоски)
to languish, to waste away (from heat, pain, longing) · λιώνω από τη ζέστη — я изнываю от жары

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λιώνω
εσύ
λιώνεις
αυτός
λιώνει
εμείς
λιώνουμε
εσείς
λιώνετε
αυτοί
λιώνουν
Аорист
εγώ
έλιωσα
εσύ
έλιωσες
αυτός
έλιωσε
εμείς
λιώσαμε
εσείς
λιώσατε
αυτοί
έλιωσαν
Будущее
εγώ
θα λιώσω
εσύ
θα λιώσεις
αυτός
θα λιώσει
εμείς
θα λιώσουμε
εσείς
θα λιώσετε
αυτοί
θα λιώσουν

Примеры

Το βούτυρο λιώνει στη θερμότητα.
Масло тает в жаре. · The butter melts in the heat.
Την καλοκαιρία λιώνω από τη ζέστη.
Летом я таю от жары. · In summer I'm melting from the heat.
Ο πάγος έλιωσε τελείως.
Лёд полностью растаял. · The ice melted completely.
Λιώνουμε περιμένοντας τα νέα.
Мы томимся в ожидании новостей. · We languish waiting for the news.