λιποτάκτης
[lipoˈtaktis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
дезертир, перебежчик
deserter, defector · στρατιώτης που εγκατέλειψε τον στρατό — солдат, который покинул армию
2
отступник, ренегат
renegade, apostate · άνθρωπος που προδίδει τις αρχές του — человек, предающий свои убеждения
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο λιποτάκτης
вин.
τον λιποτάκτη
род.
του λιποτάκτη
зват.
λιποτάκτη
Мн. ч.
им.
οι λιποτάκτες
вин.
τους λιποτάκτες
род.
των λιποτακτών
зват.
λιποτάκτες
Примеры
Ο λιποτάκτης συνελήφθη στα σύνορα.
Дезертира арестовали на границе. · The deserter was arrested at the border.
Τρεις λιποτάκτες προσπάθησαν να φύγουν.
Три дезертира пытались уйти. · Three deserters tried to escape.
Κατηγορήθηκε ως λιποτάκτης της ιδεολογίας του.
Его обвинили в отступничестве от его идеологии. · He was accused of being a renegade to his ideology.