Греческий словарь
с грамматикой

λιποθυμώ

[lipothiˈmo]глаголB1

Значения

1
падать в обморок, терять сознание
to faint, to lose consciousness · λιποθύμησε στο πάτωμα — упал в обморок на полу
2
сильно испугаться, быть в страхе
to be terrified, to be filled with dread · λιποθύμησε από το φόβο — чуть не упал от страха

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λιποθυμώ
εσύ
λιποθυμείς
αυτός
λιποθυμεί
εμείς
λιποθυμούμε
εσείς
λιποθυμείτε
αυτοί
λιποθυμούν
Аорист
εγώ
λιποθύμησα
εσύ
λιποθύμησες
αυτός
λιποθύμησε
εμείς
λιποθυμήσαμε
εσείς
λιποθυμήσατε
αυτοί
λιποθύμησαν
Будущее
εγώ
θα λιποθυμήσω
εσύ
θα λιποθυμήσεις
αυτός
θα λιποθυμήσει
εμείς
θα λιποθυμήσουμε
εσείς
θα λιποθυμήσετε
αυτοί
θα λιποθυμήσουν

Примеры

Η γυναίκα λιποθύμησε όταν άκουσε τα άσχημα νέα.
Женщина упала в обморок, когда услышала плохие новости. · The woman fainted when she heard the bad news.
Σχεδόν λιποθυμώ από τη ζέστη εδώ.
Я чуть не падаю от жары здесь. · I'm nearly fainting from the heat here.
Λιποθύμησε και έπεσε κάτω χωρίς να λέει τίποτα.
Он потерял сознание и упал без единого слова. · He fainted and fell without saying anything.