λιπαντικό
[lipaˈniko]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
смазка, смазочное масло
lubricant, lubricating oil · λιπαντικό για το αυτοκίνητο — смазка для автомобиля
Грамматика
Ед. ч.
им.
το λιπαντικό
вин.
το λιπαντικό
род.
του λιπαντικού
зват.
λιπαντικό
Мн. ч.
им.
τα λιπαντικά
вин.
τα λιπαντικά
род.
των λιπαντικών
зват.
λιπαντικά
Примеры
Χρειάζεται νέο λιπαντικό για τον κινητήρα.
Двигателю нужна новая смазка. · The engine needs fresh lubricant.
Αγόρασα λιπαντικά υψηλής ποιότητας.
Я купил смазки высокого качества. · I bought high-quality lubricants.
Το λιπαντικό της μηχανής είναι πολύ παλιό.
Масло в станке очень старое. · The machine's lubricant is very old.