Греческий словарь
с грамматикой

λιμενάρχης

[limeˈnarçis]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
начальник порта, портовый начальник
harbour master, port authority · ο αρχηγός του λιμανιού — начальник гавани

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο λιμενάρχης
вин.
τον λιμενάρχη
род.
του λιμενάρχη
зват.
λιμενάρχη
Мн. ч.
им.
οι λιμενάρχες
вин.
τους λιμενάρχες
род.
των λιμενάρχων
зват.
λιμενάρχες

Примеры

Ο λιμενάρχης ανέλαβε τη διαχείριση του λιμανιού.
Портовый начальник взял на себя управление гаванью. · The harbour master took charge of port management.
Συνάντησε τον λιμενάρχη για τα ζητήματα ασφάλειας.
Он встретился с начальником порта по вопросам безопасности. · He met the harbour master regarding security issues.
Οι λιμενάρχες των μεγάλων λιμανιών συντονίζουν τις δραστηριότητες.
Начальники крупных портов координируют деятельность. · The harbour masters of major ports coordinate activities.