λιθοποιώ
[liθoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1
Значения
1
превращать в камень, окаменяться
to turn to stone, to petrify, to fossilize · το δέντρο λιθοποιήθηκε — дерево превратилось в камень
2
окаменеть (переносно: застыть, становиться неподвижным)
to become rigid or immobilized (figuratively) · έμεινε λιθοποιημένη από το φόβο — она окаменела от страха
Грамматика
Настоящее время
εγώ
λιθοποιώ
εσύ
λιθοποιείς
αυτός
λιθοποιεί
εμείς
λιθοποιούμε
εσείς
λιθοποιείτε
αυτοί
λιθοποιούν
Аорист
εγώ
λιθοποίησα
εσύ
λιθοποίησες
αυτός
λιθοποίησε
εμείς
λιθοποιήσαμε
εσείς
λιθοποιήσατε
αυτοί
λιθοποίησαν
Будущее
εγώ
θα λιθοποιήσω
εσύ
θα λιθοποιήσεις
αυτός
θα λιθοποιήσει
εμείς
θα λιθοποιήσουμε
εσείς
θα λιθοποιήσετε
αυτοί
θα λιθοποιήσουν
Примеры
Τα ορυκτά λιθοποιούνται με την πάροδο εκατομμυρίων χρόνων.
Организмы окаменевают на протяжении миллионов лет. · Organisms fossilize over millions of years.
Η κόρη έμεινε λιθοποιημένη όταν άκουσε τα νέα.
Девушка застыла, когда услышала новость. · The girl was petrified when she heard the news.
Ο φόβος τον λιθοποίησε και δεν μπορούσε να κινηθεί.
Страх окаменил его, и он не мог двигаться. · Fear petrified him and he couldn't move.