λιανέμπορος
[ljaˈnemboros]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
розничный торговец, продавец в розницу
retailer, retail merchant · ο λιανέμπορος πουλάει ρούχα — розничный торговец продаёт одежду
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο λιανέμπορος
вин.
τον λιανέμπορο
род.
του λιανέμπορου
зват.
λιανέμπορε
Мн. ч.
им.
οι λιανέμποροι
вин.
τους λιανέμπορους
род.
των λιανεμπόρων
зват.
λιανέμποροι
Примеры
Ο λιανέμπορος προσφέρει πάντα καλές τιμές.
Розничный торговец всегда предлагает хорошие цены. · The retailer always offers good prices.
Οι λιανέμποροι διαμαρτύρονται για τα ψηλά κόστη.
Розничные торговцы протестуют против высоких затрат. · Retailers are complaining about high costs.
Του λιανέμπορου η επιχείρηση βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
Магазин розничного торговца находится в центре города. · The retailer's shop is in the city centre.