λεωφορείο
[leofoˈrio]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
автобус
bus · το λεωφορείο της πόλης — городской автобус
Грамматика
Ед. ч.
им.
το λεωφορείο
вин.
το λεωφορείο
род.
του λεωφορείου
зват.
λεωφορείο
Мн. ч.
им.
τα λεωφορεία
вин.
τα λεωφορεία
род.
των λεωφορείων
зват.
λεωφορεία
Примеры
Το λεωφορείο φεύγει στις οκτώ το πρωί.
Автобус уходит в восемь утра. · The bus leaves at eight in the morning.
Πήρα το λεωφορείο για να πάω στη δουλειά.
Я сел на автобус, чтобы пойти на работу. · I took the bus to go to work.
Υπάρχουν πολλά λεωφορεία στην πόλη.
В городе много автобусов. · There are many buses in the city.
Περιμένουμε το λεωφορείο στη στάση.
Мы ждем автобус на остановке. · We are waiting for the bus at the stop.