Греческий словарь
с грамматикой

λερώνω

[leˈrono]глаголA2

Значения

1
пачкать, грязнить, марать
to soil, to dirty, to stain · λερώνω τα χέρια μου — пачкаю руки
2
бесчестить, позорить, портить репутацию
to tarnish, to dishonour, to damage someone's reputation · λερώνω την εικόνα του — портю его репутацию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λερώνω
εσύ
λερώνεις
αυτός
λερώνει
εμείς
λερώνουμε
εσείς
λερώνετε
αυτοί
λερώνουν
Аорист
εγώ
λέρωσα
εσύ
λέρωσες
αυτός
λέρωσε
εμείς
λερώσαμε
εσείς
λερώσατε
αυτοί
λέρωσαν
Будущее
εγώ
θα λερώσω
εσύ
θα λερώσεις
αυτός
θα λερώσει
εμείς
θα λερώσουμε
εσείς
θα λερώσετε
αυτοί
θα λερώσουν

Примеры

Το παιδί λέρωσε το φόρεμά του στη λάσπη.
Ребёнок запачкал платье в грязи. · The child got his dress dirty in the mud.
Μην λερώνεις τα χέρια σου με αυτό.
Не пачкай руки об это. · Don't get your hands dirty on that.
Αυτή η συμπεριφορά λερώνει την τιμή του.
Такое поведение портит его честь. · Such behaviour tarnishes his honour.
Θα λερώσουμε όλα τα έπιπλα αν δεν προσέχουμε.
Мы испачкаем всю мебель, если не будем осторожны. · We'll soil all the furniture if we're not careful.