λεπτότητα
[leˈptotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
тонкость, деликатность, тактичность
delicacy, tactfulness, diplomatic sensitivity · μίλησε με λεπτότητα — говорил с деликатностью
2
тонкость (материала), тонкость структуры
fineness, thinness, fineness of texture · η λεπτότητα του υφάσματος — тонкость ткани
3
утончённость, изысканность
refinement, subtlety, sophistication · λεπτότητα της τέχνης — утончённость искусства
Грамматика
Ед. ч.
им.
η λεπτότητα
вин.
την λεπτότητα
род.
της λεπτότητας
зват.
λεπτότητα
Мн. ч.
им.
οι λεπτότητες
вин.
τις λεπτότητες
род.
των λεπτοτήτων
зват.
λεπτότητες
Примеры
Χειρίστηκε το θέμα με πολλή λεπτότητα.
Он решал вопрос с большой деликатностью. · He handled the matter with great delicacy.
Η λεπτότητα του δέρματος είναι σημαντική για την υγεία.
Тонкость кожи важна для здоровья. · Skin fineness is important for health.
Οι λεπτότητες της ζωγραφικής του εντυπωσίασαν τη κριτική.
Утончённость его живописи произвела впечатление на критиков. · The subtlety of his painting impressed the critics.