Греческий словарь
с грамматикой

λεπτομερής

[leptomeˈris]прилагательноеB1

Значения

1
подробный, детальный
detailed, thorough · λεπτομερής περιγραφή — подробное описание
2
мелкий, мельчайший
minute, intricate · λεπτομερής εργασία — кропотливая работа

Грамматика

мужской род
им.
λεπτομερής
вин.
λεπτομερή
род.
λεπτομερούς
зват.
λεπτομερή
женский род
им.
λεπτομερής
вин.
λεπτομερή
род.
λεπτομερούς
зват.
λεπτομερή
средний род
им.
λεπτομερές
вин.
λεπτομερές
род.
λεπτομερούς
зват.
λεπτομερές

Примеры

Έκανε μια λεπτομερή ανάλυση του προβλήματος.
Он провел детальный анализ проблемы. · He conducted a detailed analysis of the problem.
Θέλω λεπτομερή πληροφορίες για το ταξίδι.
Мне нужна подробная информация о путешествии. · I need detailed information about the trip.
Οι λεπτομερείς οδηγίες ήταν πολύ χρήσιμες.
Подробные инструкции были очень полезны. · The detailed instructions were very helpful.
Αυτό είναι ένα λεπτομερές έργο που απαιτεί υpatience.
Это кропотливая работа, которая требует терпения. · This is intricate work that requires patience.