λεπτομέρεια
[leptoˈmeria]существительноеη · женский родB1
Значения
1
деталь, подробность
detail, particular · μια σημαντική λεπτομέρεια — важная деталь
2
мелочь, пустяк
trifle, minor point · δεν είναι λεπτομέρεια — это не пустяк
Грамматика
Ед. ч.
им.
η λεπτομέρεια
вин.
τη λεπτομέρεια
род.
της λεπτομέρειας
зват.
λεπτομέρεια
Мн. ч.
им.
οι λεπτομέρειες
вин.
τις λεπτομέρειες
род.
των λεπτομερειών
зват.
λεπτομέρειες
Примеры
Δεν ξέχασες καμιά λεπτομέρεια στην αναφορά;
Ты не забыл ни одной подробности в отчёте? · Did you forget any detail in the report?
Οι λεπτομέρειες του σχεδίου είναι πολύ σημαντικές.
Детали плана очень важны. · The details of the plan are very important.
Περιγράφει κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας με ακρίβεια.
Он описывает каждую подробность истории с точностью. · He describes every detail of the story with accuracy.