Греческий словарь
с грамматикой

λειτουργώ

[leiturˈɣo]глаголB1

Значения

1
функционировать, работать (о системе, организации, учреждении)
to function, to operate, to work (of a system, organization, institution) · το νοσοκομείο λειτουργεί καλά — больница работает хорошо
2
служить, исполнять функцию
to serve, to perform a function · λειτουργώ ως δάσκαλος — я работаю учителем
3
совершать богослужение (в церкви)
to serve (in a church service), to conduct a liturgy · λειτουργώ στο ναό — я служу в храме

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λειτουργώ
εσύ
λειτουργείς
αυτός
λειτουργεί
εμείς
λειτουργούμε
εσείς
λειτουργείτε
αυτοί
λειτουργούν
Аорист
εγώ
λειτούργησα
εσύ
λειτούργησες
αυτός
λειτούργησε
εμείς
λειτουργήσαμε
εσείς
λειτουργήσατε
αυτοί
λειτούργησαν
Будущее
εγώ
θα λειτουργώ
εσύ
θα λειτουργείς
αυτός
θα λειτουργεί
εμείς
θα λειτουργούμε
εσείς
θα λειτουργείτε
αυτοί
θα λειτουργούν

Примеры

Το μετρό λειτουργεί από τις έξι το πρωί.
Метро работает с шести часов утра. · The metro operates from six in the morning.
Λειτούργησαν πολλές νέες υπηρεσίες πέρυσι.
В прошлом году начали функционировать многие новые учреждения. · Many new services started operating last year.
Ο Γιάννης λειτουργεί ως διευθυντής εδώ.
Янис работает здесь как директор. · Yiannis serves as director here.
Ο ιερέας λειτουργούσε στο ναό κάθε κυριακή.
Священник служил в храме каждое воскресенье. · The priest served in the church every Sunday.