λειτουργός
[liturˈɣos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
священнослужитель, священник (в Православной церкви)
priest, clergyman (in the Orthodox Church) · ο λειτουργός στην εκκλησία — священник в церкви
2
чиновник, государственный служащий
official, civil servant · λειτουργός της κυβέρνησης — государственный чиновник
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο λειτουργός
вин.
τον λειτουργό
род.
του λειτουργού
зват.
λειτουργέ
Мн. ч.
им.
οι λειτουργοί
вин.
τους λειτουργούς
род.
των λειτουργών
зват.
λειτουργοί
Примеры
Ο λειτουργός τελείωσε τη Θεία Λειτουργία.
Священник завершил богослужение. · The priest finished the liturgy.
Ενας νέος λειτουργός ξεκίνησε στο υπουργείο.
Новый чиновник начал работу в министерстве. · A new official started at the ministry.
Οι λειτουργοί χειρίζονται τα διοικητικά θέματα.
Чиновники решают административные вопросы. · The officials handle administrative matters.