Греческий словарь
с грамматикой

λειτουργικότητα

[leiturʝiˈkotita]существительноеη · женский родC1

Значения

1
функциональность, работоспособность
functionality, operational capacity · η λειτουργικότητα του συστήματος — функциональность системы
2
практичность, целесообразность
practicality, utility · μεγάλη λειτουργικότητα στο σχεδιασμό — большая практичность в дизайне

Грамматика

Ед. ч.
им.
η λειτουργικότητα
вин.
την λειτουργικότητα
род.
της λειτουργικότητας
зват.
λειτουργικότητα
Мн. ч.
им.
οι λειτουργικότητες
вин.
τις λειτουργικότητες
род.
των λειτουργικοτήτων
зват.
λειτουργικότητες

Примеры

Η λειτουργικότητα της εφαρμογής είναι εξαιρετική.
Функциональность приложения исключительна. · The functionality of the app is outstanding.
Προτιμώ τη λειτουργικότητα έναντι της αισθητικής.
Я предпочитаю практичность эстетике. · I prefer practicality over aesthetics.
Οι λειτουργικότητες του νέου μοντέλου είναι πολλές.
У новой модели много функциональных возможностей. · The new model has many functional features.
Αυτό το έπιπλο συνδυάζει σχέδιο με λειτουργικότητα.
Эта мебель сочетает дизайн и практичность. · This furniture combines design with functionality.