λειτουργικός
[liturˈɣikos]прилагательноеB2
Значения
1
функциональный, утилитарный
functional, practical · λειτουργικό σχέδιο — функциональный дизайн
2
операционный, связанный с деятельностью
operational, relating to operation or functioning · λειτουργικές δαπάνες — операционные расходы
3
литургический, богослужебный
liturgical · λειτουργικά ενδύματα — литургические облачения
Грамматика
мужской род
им.
λειτουργικός
вин.
λειτουργικό
род.
λειτουργικού
зват.
λειτουργικέ
женский род
им.
λειτουργική
вин.
λειτουργική
род.
λειτουργικής
зват.
λειτουργική
средний род
им.
λειτουργικό
вин.
λειτουργικό
род.
λειτουργικού
зват.
λειτουργικό
Примеры
Το λειτουργικό σύστημα είναι πολύ γρήγορο.
Операционная система работает очень быстро. · The operating system is very fast.
Προτιμώ τα λειτουργικά ρούχα για την εργασία.
Я предпочитаю практичную одежду для работы. · I prefer functional clothes for work.
Οι λειτουργικές δαπάνες του νοσοκομείου αυξήθηκαν.
Операционные расходы больницы увеличились. · The hospital's operational expenses rose.
Χρησιμοποιούν λειτουργικά ενδύματα στη λατρεία.
На богослужении они носят литургические облачения. · They wear liturgical vestments in worship.