Греческий словарь
с грамматикой

λειτουργία

[liturˈʝia]существительноеη · женский родB1

Значения

1
служба (религиозная); литургия
service (religious); liturgy · η θεία λειτουργία — божественная литургия
2
функционирование; работа
functioning; operation · η λειτουργία του μηχανήματος — работа машины
3
функция; роль
function; role · η λειτουργία του εγκεφάλου — функция мозга

Грамматика

Ед. ч.
им.
η λειτουργία
вин.
την λειτουργία
род.
της λειτουργίας
зват.
λειτουργία
Мн. ч.
им.
οι λειτουργίες
вин.
τις λειτουργίες
род.
των λειτουργιών
зват.
λειτουργίες

Примеры

Παρακολουθούμε τη θεία λειτουργία κάθε Κυριακή.
Мы посещаем литургию каждое воскресенье. · We attend the divine liturgy every Sunday.
Η λειτουργία του συστήματος είναι πολύ σημαντική.
Работа системы очень важна. · The functioning of the system is very important.
Οι λειτουργίες του σώματος είναι περίπλοκες.
Функции организма сложные. · The functions of the body are complex.
Η λειτουργία των νευρώνων μας ενδιαφέρει πολύ.
Нас очень интересует функционирование нейронов. · We are very interested in how neurons function.