Греческий словарь
с грамматикой

λεηλατώ

[leliˈlato]глаголC1

Значения

1
грабить, разорять, опустошать (город, область)
to plunder, to raid, to lay waste to (a city, region) · λεηλάτησαν την πόλη — они разорили город
2
грабить, воровать (в общем смысле)
to rob, to steal, to pillage · λεηλατώ τα αγαθά — грабить товары

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λεηλατώ
εσύ
λεηλατάς
αυτός
λεηλατά
εμείς
λεηλατούμε
εσείς
λεηλατάτε
αυτοί
λεηλατούν
Аорист
εγώ
λεήλατησα
εσύ
λεήλατησες
αυτός
λεήλατησε
εμείς
λεηλατήσαμε
εσείς
λεηλατήσατε
αυτοί
λεήλατησαν
Будущее
εγώ
θα λεηλατήσω
εσύ
θα λεηλατήσεις
αυτός
θα λεηλατήσει
εμείς
θα λεηλατήσουμε
εσείς
θα λεηλατήσετε
αυτοί
θα λεηλατήσουν

Примеры

Οι εχθροί λεήλατησαν τα χωριά της περιοχής.
Враги разорили деревни этого региона. · The enemies plundered the villages of the region.
Στην αρχαιότητα στρατοί λεηλατούσαν τις πόλεις.
В древности армии грабили города. · In antiquity armies would pillage cities.
Θα λεηλατήσουν όλα τα αγαθά αν δεν προστατευθούν.
Они разграбят все имущество, если оно не будет защищено. · They will plunder all the goods if they are not protected.