Греческий словарь
с грамматикой

λεηλασία

[leːilaˈsia]существительноеη · женский родC1

Значения

1
грабеж, разграбление, мародёрство
plundering, pillaging, looting · η λεηλασία των πόλεων — разграбление городов

Грамматика

Ед. ч.
им.
η λεηλασία
вин.
τη λεηλασία
род.
της λεηλασίας
зват.
λεηλασία
Мн. ч.
им.
οι λεηλασίες
вин.
τις λεηλασίες
род.
των λεηλασιών
зват.
λεηλασίες

Примеры

Η λεηλασία των κατακτητών κατέστρεψε τον πλούτο της περιοχής.
Грабёж завоевателей уничтожил богатство региона. · The invaders' plundering destroyed the region's wealth.
Κατά την πολιορκία, έγινε συστηματική λεηλασία του αστικού κέντρου.
Во время осады произошла систематическое мародёрство городского центра. · During the siege, systematic looting of the city centre took place.
Οι ιστορικοί τεκμηριώνουν τις λεηλασίες που διέπραξαν οι Βαρβαροι.
Историки документируют грабежи, совершённые варварами. · Historians document the raids carried out by the Barbarians.