λεηλάτης
[leiˈlatis]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
мародёр, грабитель, разбойник
plunderer, looter, brigand · λεηλάτης που λήστευε τους ταξιδιώτες — мародёр, грабивший путешественников
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο λεηλάτης
вин.
τον λεηλάτη
род.
του λεηλάτη
зват.
λεηλάτη
Мн. ч.
им.
οι λεηλάται
вин.
τους λεηλάτες
род.
των λεηλατών
зват.
λεηλάται
Примеры
Οι λεηλάται επιτέθηκαν στο χωριό τη νύχτα.
Мародёры напали на деревню ночью. · The plunderers attacked the village at night.
Ο λεηλάτης αρπάζει ό,τι βρίσκει στο δρόμο.
Грабитель берёт всё, что найдёт на дороге. · The brigand takes whatever he finds on the road.
Των λεηλατών η δραστηριότητα φοβέριζε τους κατοίκους.
Деятельность мародёров пугала жителей. · The plunderers' activity frightened the inhabitants.