Греческий словарь
с грамматикой

λείπω

[ˈlepo]глаголA2

Значения

1
оставлять, покидать
to leave, to depart from · λείπω το σπίτι — покидаю дом
2
отсутствовать, не хватать
to be absent, to be lacking · του λείπουν χρήματα — ему не хватает денег

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λείπω
εσύ
λείπεις
αυτός
λείπει
εμείς
λείπουμε
εσείς
λείπετε
αυτοί
λείπουν
Аорист
εγώ
έλειψα
εσύ
έλειψες
αυτός
έλειψε
εμείς
είχαμε λείψει
εσείς
είχατε λείψει
αυτοί
είχαν λείψει
Будущее
εγώ
θα λείψω
εσύ
θα λείψεις
αυτός
θα λείψει
εμείς
θα λείψουμε
εσείς
θα λείψετε
αυτοί
θα λείψουν

Примеры

Τι ώρα λείπεις από το σπίτι;
Во сколько ты уходишь из дома? · What time do you leave the house?
Του λείπουν δύο δόντια.
У него не хватает двух зубов. · He is missing two teeth.
Έλειψε από τη δουλειά χθες.
Вчера он отсутствовал на работе. · He was absent from work yesterday.
Τα παιδιά έχουν λείψει για μια εβδομάδα.
Дети отсутствовали неделю. · The children have been away for a week.