Греческий словарь
с грамматикой

λαχταρώ

[laxtaˈro]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1

Значения

1
жаждать, страстно желать
to yearn for, to crave, to long for · λαχταρώ για ταξίδι — жаждать путешествия
2
томиться, страдать от желания
to pine away, to languish · λαχταρά για την αγαπημένη του — томится по своей возлюбленной

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λαχταρώ
εσύ
λαχταράς
αυτός
λαχταρά
εμείς
λαχταράμε
εσείς
λαχταράτε
αυτοί
λαχταράνε
Аорист
εγώ
λαχτάρησα
εσύ
λαχτάρησες
αυτός
λαχτάρησε
εμείς
λαχταρήσαμε
εσείς
λαχταρήσατε
αυτοί
λαχτάρησαν
Будущее
εγώ
θα λαχταρήσω
εσύ
θα λαχταρήσεις
αυτός
θα λαχταρήσει
εμείς
θα λαχταρήσουμε
εσείς
θα λαχταρήσετε
αυτοί
θα λαχταρήσουν

Примеры

Λαχταράει για θάλασσα και αέρα.
Она жаждет моря и свежего воздуха. · She yearns for the sea and fresh air.
Όλα αυτά τα χρόνια λαχταρούσε να γυρίσει σπίτι.
Все эти годы она томилась по возвращению домой. · All those years she pined to return home.
Λαχτάρησε για μια στιγμή και μετά ησυχάστηκε.
Он немного пожаждал, а потом успокоился. · He yearned for a moment and then settled down.