λαχανικό
[laxaˈniko]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
овощ
vegetable · φρέσκα λαχανικά — свежие овощи
Грамматика
Ед. ч.
им.
το λαχανικό
вин.
το λαχανικό
род.
του λαχανικού
зват.
λαχανικό
Мн. ч.
им.
τα λαχανικά
вин.
τα λαχανικά
род.
των λαχανικών
зват.
λαχανικά
Примеры
Αγοράζω φρέσκα λαχανικά στην αγορά.
Я покупаю свежие овощи на рынке. · I buy fresh vegetables at the market.
Τα λαχανικά είναι πολύ υγιεινά.
Овощи очень полезны. · Vegetables are very healthy.
Στη σαλάτα βάζω διάφορα λαχανικά.
В салат кладу разные овощи. · I put various vegetables in the salad.
Το λαχανικό αυτό είναι σαπισμένο.
Этот овощ испортился. · This vegetable has gone bad.