Греческий словарь
с грамматикой

λαχανιάζω

[laxaˈnjazo]глаголB1

Значения

1
дышать с трудом, задыхаться
to pant, to gasp for breath · λαχανιάζει από την προσπάθεια — задыхается от усилия
2
дышать как овощ (переносно: дышать тяжело, хрипеть)
to wheeze, to breathe heavily · ο ηλικιωμένος λαχανιάζει — пожилой человек хрипит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λαχανιάζω
εσύ
λαχανιάζεις
αυτός
λαχανιάζει
εμείς
λαχανιάζουμε
εσείς
λαχανιάζετε
αυτοί
λαχανιάζουν
Аорист
εγώ
λαχανίασα
εσύ
λαχανίασες
αυτός
λαχανίασε
εμείς
λαχανιάσαμε
εσείς
λαχανιάσατε
αυτοί
λαχανίασαν
Будущее
εγώ
θα λαχανιάσω
εσύ
θα λαχανιάσεις
αυτός
θα λαχανιάσει
εμείς
θα λαχανιάσουμε
εσείς
θα λαχανιάσετε
αυτοί
θα λαχανιάσουν

Примеры

Μετά το τρέξιμο λαχανιάζει έντονα.
После бега он тяжело дышит. · After running, he gasps heavily.
Ο ασθενής λαχανίασε όλη τη νύχτα.
Больной задыхался всю ночь. · The patient wheezed all night long.
Δεν πρέπει να λαχανιάζουμε από κούραση.
Не следует задыхаться от усталости. · We shouldn't be gasping from exhaustion.