Греческий словарь
с грамматикой

λανθάνω

[laˈnθano]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1

Значения

1
ускользать, остаться незамеченным
escape notice, remain unnoticed · κάτι με λανθάνει — что-то от меня ускользнуло
2
лежать в основе, быть скрытой причиной
underlie, be the hidden cause · η αλήθεια που λανθάνει — скрытая истина

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λανθάνω
εσύ
λανθάνεις
αυτός
λανθάνει
εμείς
λανθάνουμε
εσείς
λανθάνετε
αυτοί
λανθάνουν
Аорист
εγώ
έλαθον
εσύ
έλαθες
αυτός
έλαθε
εμείς
ελάθομε
εσείς
ελάθατε
αυτοί
έλαθαν
Будущее
εγώ
θα λάθω
εσύ
θα λάθεις
αυτός
θα λάθει
εμείς
θα λάθουμε
εσείς
θα λάθετε
αυτοί
θα λάθουν

Примеры

Η λεπτομέρεια αυτή με έλαθε εντελώς.
Эта деталь совершенно ускользнула от моего внимания. · That detail completely escaped my notice.
Δεν λανθάνει κανέναν ότι υπάρχει πρόβλημα.
Никого не скрывается, что есть проблема. · It's clear to everyone that there is a problem.
Η πολιτική που λανθάνει πίσω από αυτή την απόφαση είναι σαφής.
Политика, лежащая в основе этого решения, ясна. · The policy underlying this decision is clear.