λαμπρότητα
[lamˈprɔtita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
блеск, сияние, яркость
brightness, radiance, brilliance · η λαμπρότητα του ήλιου — яркость солнца
2
величие, блеск, великолепие (переносно)
splendour, magnificence, glory (figurative) · η λαμπρότητα της αυτοκρατορίας — величие империи
Грамматика
Ед. ч.
им.
η λαμπρότητα
вин.
τη λαμπρότητα
род.
της λαμπρότητας
зват.
λαμπρότητα
Мн. ч.
им.
οι λαμπρότητες
вин.
τις λαμπρότητες
род.
των λαμπροτήτων
зват.
λαμπρότητες
Примеры
Η λαμπρότητα των αστεριών μας γοήτευσε.
Яркость звёзд нас очаровала. · The brightness of the stars enchanted us.
Αυτή εργάστηκε με λαμπρότητα καθόλη τη σταδιοδρομία της.
Она работала с блеском на протяжении всей своей карьеры. · She worked with brilliance throughout her career.
Η λαμπρότητα του αρχαίου πολιτισμού αντανακλάται στα μνημεία του.
Величие древней цивилизации отражается в её памятниках. · The splendour of ancient civilisation is reflected in its monuments.