Греческий словарь
с грамматикой

λαμβάνω

[lamˈβano]глаголA1

Значения

1
брать, получать
take, receive · παίρνω ένα βιβλίο — беру книгу
2
принимать (участие, решение)
take (part, a decision) · λαμβάνω μέρος — принимаю участие
3
захватывать, занимать
seize, occupy · λαμβάνω την πόλη — захватываю город

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λαμβάνω
εσύ
λαμβάνεις
αυτός
λαμβάνει
εμείς
λαμβάνουμε
εσείς
λαμβάνετε
αυτοί
λαμβάνουν
Аорист
εγώ
έλαβα
εσύ
έλαβες
αυτός
έλαβε
εμείς
λάβαμε
εσείς
λάβατε
αυτοί
έλαβαν
Будущее
εγώ
θα λάβω
εσύ
θα λάβεις
αυτός
θα λάβει
εμείς
θα λάβουμε
εσείς
θα λάβετε
αυτοί
θα λάβουν

Примеры

Λαμβάνω ένα φλιτζάνι καφέ.
Я беру чашку кофе. · I take a cup of coffee.
Έλαβε το δώρο με χαρά.
Она получила подарок с радостью. · She received the gift with joy.
Λαμβάνουν μέρος στην εκδήλωση.
Они участвуют в мероприятии. · They are taking part in the event.
Θα λάβεις τα αποτελέσματα αύριο.
Ты получишь результаты завтра. · You will receive the results tomorrow.