λαθρέμπορος
[laˈθremboros]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
контрабандист, нелегальный торговец
smuggler, illegal trader · πωλεί αγαθά παράνομα — продаёт товары незаконно
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο λαθρέμπορος
вин.
τον λαθρέμπορο
род.
του λαθρέμπορου
зват.
λαθρέμπορε
Мн. ч.
им.
οι λαθρέμποροι
вин.
τους λαθρέμπορους
род.
των λαθρεμπόρων
зват.
λαθρέμποροι
Примеры
Ο λαθρέμπορος συνελήφθη στο λιμάνι.
Контрабандист был арестован в порту. · The smuggler was arrested at the port.
Οι λαθρέμποροι εισάγουν προϊόντα παράνομα.
Нелегальные торговцы ввозят товары без лицензии. · The illegal traders import unlicensed goods.
Η αστυνομία κυνηγά τους λαθρεμπόρους.
Полиция преследует контрабандистов. · The police pursue the smugglers.