Греческий словарь
с грамматикой

λάμπω

[ˈlambo]глаголB1

Значения

1
светить, сиять
shine, gleam · ο ήλιος λάμπει — солнце светит
2
блистать, выделяться
stand out, excel · λάμπει στα μαθήματα — он блистает в учёбе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λάμπω
εσύ
λάμπεις
αυτός
λάμπει
εμείς
λάμπουμε
εσείς
λάμπετε
αυτοί
λάμπουν
Аорист
εγώ
έλαμψα
εσύ
έλαμψες
αυτός
έλαμψε
εμείς
λάμψαμε
εσείς
λάμψατε
αυτοί
έλαμψαν
Будущее
εγώ
θα λάμψω
εσύ
θα λάμψεις
αυτός
θα λάμψει
εμείς
θα λάμψουμε
εσείς
θα λάμψετε
αυτοί
θα λάμψουν

Примеры

Τα αστέρια λάμπουν στον νυχτερινό ουρανό.
Звёзды светят на ночном небе. · The stars shine in the night sky.
Έλαμψε η αστραπή και ακούστηκε κεραυνός.
Блеснула молния и раздался громовой удар. · A lightning bolt flashed and thunder rumbled.
Η μαθήτρια λάμπει σε όλα τα μαθήματα.
Ученица блистает во всех предметах. · The student excels in all her subjects.
Το διαμάντι λάμπει κάτω από το φως.
Алмаз сияет под светом. · The diamond gleams under the light.