κόμπρα
[ˈkombra]существительноеη · женский родB1
Значения
1
кобра (змея)
cobra (snake) · επικίνδυνο όφι — опасная змея
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κόμπρα
вин.
την κόμπρα
род.
της κόμπρας
зват.
κόμπρα
Мн. ч.
им.
οι κόμπρες
вин.
τις κόμπρες
род.
των κόμπρων
зват.
κόμπρες
Примеры
Η κόμπρα είναι πολύ επικίνδυνο όφι.
Кобра — очень опасная змея. · The cobra is a very dangerous snake.
Είδαμε μια κόμπρα στο ζωολογικό κήπο.
Мы видели кобру в зоопарке. · We saw a cobra at the zoo.
Το δηλητήριο της κόμπρας είναι θανατηφόρο.
Яд кобры смертелен. · A cobra's venom is deadly.