Греческий словарь
с грамматикой

κόβω

[ˈkoβo]глаголA1

Значения

1
резать, нарезать
to cut · κόβω το ψωμί — режу хлеб
2
прерывать, перебивать
to interrupt, to cut off · κόβει τον λόγο μου — перебивает мою речь
3
сокращать, уменьшать
to reduce, to cut back · κόβει το κόστος — сокращает расходы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κόβω
εσύ
κόβεις
αυτός
κόβει
εμείς
κόβουμε
εσείς
κόβετε
αυτοί
κόβουν
Аорист
εγώ
έκοψα
εσύ
έκοψες
αυτός
έκοψε
εμείς
κόψαμε
εσείς
κόψατε
αυτοί
έκοψαν
Будущее
εγώ
θα κόψω
εσύ
θα κόψεις
αυτός
θα κόψει
εμείς
θα κόψουμε
εσείς
θα κόψετε
αυτοί
θα κόψουν

Примеры

Κόβω το κρέας με το μαχαίρι.
Я режу мясо ножом. · I cut the meat with a knife.
Μην κόβεις τον λόγο του!
Не перебивай его! · Don't interrupt him!
Έκοψαν τις δαπάνες κατά 20%.
Они сократили расходы на 20%. · They reduced expenses by 20%.
Θα κόψω τα λουλούδια για το βάζο.
Я срежу цветы для вазы. · I will cut the flowers for the vase.