Греческий словарь
с грамматикой

κωδικοποιώ

[koðikoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1

Значения

1
кодифицировать, систематизировать в виде кодекса или свода правил
to codify, to reduce to a code or systematic form · κωδικοποιώ τους νόμους — кодифицирую законы
2
шифровать, преобразовывать в код
to encode, to convert into code · κωδικοποιώ την πληροφορία — шифрую информацию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κωδικοποιώ
εσύ
κωδικοποιείς
αυτός
κωδικοποιεί
εμείς
κωδικοποιούμε
εσείς
κωδικοποιείτε
αυτοί
κωδικοποιούν
Аорист
εγώ
κωδικοποίησα
εσύ
κωδικοποίησες
αυτός
κωδικοποίησε
εμείς
κωδικοποιήσαμε
εσείς
κωδικοποιήσατε
αυτοί
κωδικοποίησαν
Будущее
εγώ
θα κωδικοποιήσω
εσύ
θα κωδικοποιήσεις
αυτός
θα κωδικοποιήσει
εμείς
θα κωδικοποιήσουμε
εσείς
θα κωδικοποιήσετε
αυτοί
θα κωδικοποιήσουν

Примеры

Η κυβέρνηση κωδικοποίησε τις νέες νομοθετικές διατάξεις.
Правительство кодифицировало новые законодательные положения. · The government codified the new legislative provisions.
Πρέπει να κωδικοποιήσουν την ψηφιακή πληροφορία.
Они должны закодировать цифровую информацию. · They need to encode the digital information.
Κωδικοποιούσε τα δεδομένα χρησιμοποιώντας αλγόριθμο.
Он шифровал данные, используя алгоритм. · He was encoding the data using an algorithm.