Греческий словарь
с грамматикой

κυρώνω

[kiˈrono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
ratificar, sancionare (una ley, un acuerdo)
to ratify, to sanction (a law, an agreement) · κυρώνω μια συνθήκη — ратифицировать договор
2
утверждать, подтверждать официально
to confirm, to validate officially · κυρώνω μια απόφαση — утвердить решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κυρώνω
εσύ
κυρώνεις
αυτός
κυρώνει
εμείς
κυρώνουμε
εσείς
κυρώνετε
αυτοί
κυρώνουν
Аорист
εγώ
κύρωσα
εσύ
κύρωσες
αυτός
κύρωσε
εμείς
κυρώσαμε
εσείς
κυρώσατε
αυτοί
κύρωσαν
Будущее
εγώ
θα κυρώσω
εσύ
θα κυρώσεις
αυτός
θα κυρώσει
εμείς
θα κυρώσουμε
εσείς
θα κυρώσετε
αυτοί
θα κυρώσουν

Примеры

Το Κοινοβούλιο κύρωσε το νέο νόμο χθες.
Парламент ратифицировал новый закон вчера. · Parliament ratified the new law yesterday.
Πρέπει να κυρώσουμε τη συνθήκη μέσα σε τρεις μήνες.
Мы должны ратифицировать договор в течение трёх месяцев. · We must ratify the treaty within three months.
Η απόφαση του δικαστηρίου κυρώνεται από τα ανώτερα όργανα.
Решение суда утверждается вышестоящими органами. · The court's decision is validated by higher authorities.