Греческий словарь
с грамматикой

κυριαρχώ

[kiriˈarxo]глаголB2

Значения

1
господствовать, властвовать
to dominate, to rule, to have dominance over · κυριαρχεί στην περιοχή — господствует в регионе
2
преобладать, быть характерным
to predominate, to be predominant · κυριαρχεί ο κίνδυνος — преобладает опасность

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κυριαρχώ
εσύ
κυριαρχείς
αυτός
κυριαρχεί
εμείς
κυριαρχούμε
εσείς
κυριαρχείτε
αυτοί
κυριαρχούν
Аорист
εγώ
κυριάρχησα
εσύ
κυριάρχησες
αυτός
κυριάρχησε
εμείς
κυριαρχήσαμε
εσείς
κυριαρχήσατε
αυτοί
κυριάρχησαν
Будущее
εγώ
θα κυριαρχήσω
εσύ
θα κυριαρχήσεις
αυτός
θα κυριαρχήσει
εμείς
θα κυριαρχήσουμε
εσείς
θα κυριαρχήσετε
αυτοί
θα κυριαρχήσουν

Примеры

Αυτή η δύναμη κυριαρχεί στην περιοχή.
Эта держава господствует в регионе. · This power dominates the region.
Κυριάρχησαν οι δυτικοί στη Μεσόγειο για αιώνες.
Западные державы господствовали в Средиземноморье веками. · The Western powers ruled the Mediterranean for centuries.
Το άγχος κυριαρχεί στη ζωή του.
Тревога преобладает в его жизни. · Anxiety dominates his life.
Θα κυριαρχήσουν οι νέες ιδέες.
Новые идеи будут преобладать. · New ideas will predominate.