κυοφορώ
[kjofoˈro]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1
Значения
1
носить плод, быть беременной
to carry (a foetus), to be pregnant · κυοφορεί μια κόρη — она носит девочку
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κυοφορώ
εσύ
κυοφορείς
αυτός
κυοφορεί
εμείς
κυοφορούμε
εσείς
κυοφορείτε
αυτοί
κυοφορούν
Аорист
εγώ
κυοφόρησα
εσύ
κυοφόρησες
αυτός
κυοφόρησε
εμείς
κυοφορήσαμε
εσείς
κυοφορήσατε
αυτοί
κυοφόρησαν
Будущее
εγώ
θα κυοφορήσω
εσύ
θα κυοφορήσεις
αυτός
θα κυοφορήσει
εμείς
θα κυοφορήσουμε
εσείς
θα κυοφορήσετε
αυτοί
θα κυοφορήσουν
Примеры
Η γυναίκα κυοφορεί για έντεκα μήνες.
Женщина носит плод в течение одиннадцати месяцев. · A woman carries a pregnancy for eleven months.
Κυοφόρησε δύο υγιή παιδιά στη ζωή της.
Она выносила двух здоровых детей в своей жизни. · She carried two healthy children during her lifetime.
Ζώα διαφόρων ειδών κυοφορούν με διαφορετικές διάρκειες.
Животные различных видов вынашивают потомство разное время. · Animals of different species carry their young for different periods.