Греческий словарь
с грамматикой

κυνηγώ

[ciɲiˈɣo]глаголA2

Значения

1
охотиться, охотиться на животных
to hunt, to go hunting for animals · κυνηγώ λαγούς — охотиться на зайцев
2
преследовать, гнаться (за кем-либо)
to chase, to pursue (someone) · κυνηγώ τον κλέφτη — преследовать вора
3
добиваться, искать (переносное значение)
to seek, to pursue (figuratively) · κυνηγώ την επιτυχία — стремиться к успеху

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κυνηγώ
εσύ
κυνηγάς
αυτός
κυνηγά
εμείς
κυνηγάμε
εσείς
κυνηγάτε
αυτοί
κυνηγάνε
Аорист
εγώ
κύνηγα
εσύ
κύνηγες
αυτός
κύνηγε
εμείς
κυνήγαμε
εσείς
κυνήγατε
αυτοί
κύνηγαν
Будущее
εγώ
θα κυνηγώ
εσύ
θα κυνηγάς
αυτός
θα κυνηγά
εμείς
θα κυνηγάμε
εσείς
θα κυνηγάτε
αυτοί
θα κυνηγάνε

Примеры

Οι κυνηγοί κυνηγούν ελάφια στο δάσος.
Охотники охотятся на оленей в лесу. · The hunters are hunting deer in the forest.
Ο σκύλος κυνηγά τη γάτα στον κήπο.
Собака гонится за кошкой в саду. · The dog is chasing the cat in the garden.
Κύνηγα τα όνειρά μου με αποφασιστικότητα.
Я преследую свои мечты с решимостью. · I pursue my dreams with determination.
Χθες κύναγαν λαγούς όλη την ημέρα.
Вчера они охотились на зайцев весь день. · Yesterday they hunted hares all day long.