κυνηγός
[ciˈniɣos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
охотник
hunter · άνδρας που κυνηγά — мужчина, который охотится
2
преследователь, охотник (переносно)
pursuer, hunter (figurative) · κυνηγός του κέρδους — охотник за прибылью
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κυνηγός
вин.
τον κυνηγό
род.
του κυνηγού
зват.
κυνηγέ
Мн. ч.
им.
οι κυνηγοί
вин.
τους κυνηγούς
род.
των κυνηγών
зват.
κυνηγοί
Примеры
Ο κυνηγός έχει καλό όπλο και σκύλο.
У охотника есть хорошее ружьё и собака. · The hunter has a good rifle and a dog.
Οι κυνηγοί ξεκίνησαν το πρωί από το χωριό.
Охотники отправились с утра из деревни. · The hunters set out early in the morning from the village.
Είναι κυνηγός χρημάτων και φήμης.
Он охотник за деньгами и известностью. · He is a money and fame hunter.
Συνάντησα έναν έμπειρο κυνηγό στο δάσος.
Я встретил опытного охотника в лесу. · I met an experienced hunter in the forest.