κυνηγητό
[ciɲiˈɣito]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
дичь, добыча (убитые животные на охоте)
game, quarry (hunted animals) · αγριά ζώα για κυνήγι — дикие животные для охоты
2
охота, охотничий трофей
hunting, hunt (the activity or its results) · έξοδος για κυνήγι στο δάσος — выход на охоту в лес
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κυνηγητό
вин.
το κυνηγητό
род.
του κυνηγητού
зват.
κυνηγητό
Мн. ч.
им.
τα κυνηγητά
вин.
τα κυνηγητά
род.
των κυνηγητών
зват.
κυνηγητά
Примеры
Ο κυνηγός επέστρεψε με πολύ κυνηγητό.
Охотник вернулся с большой добычей. · The hunter returned with lots of game.
Το κυνηγητό του περιλαμβάνει κουνέλια και φασιανούς.
Его добыча включает кроликов и фазанов. · His bag includes rabbits and pheasants.
Τα κυνηγητά ήταν ελάχιστα εκείνη την εποχή.
Добыча была скудной в то время года. · Game was scarce at that time of year.