κυνηγετικός
[cinikɪˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
охотничий, охотничья
hunting, of hunting · κυνηγετικά όπλα — охотничьи ружья
2
охотский, охотский (дух, страсть)
keen on hunting, with a hunting spirit · κυνηγετικό πνεύμα — охотский дух
Грамматика
мужской род
им.
κυνηγετικός
вин.
κυνηγετικό
род.
κυνηγετικού
зват.
κυνηγετικέ
женский род
им.
κυνηγετική
вин.
κυνηγετική
род.
κυνηγετικής
зват.
κυνηγετική
средний род
им.
κυνηγετικό
вин.
κυνηγετικό
род.
κυνηγετικού
зват.
κυνηγετικό
Примеры
Τα κυνηγετικά όπλα πρέπει να φυλάσσονται με ασφάλεια.
Охотничьи ружья должны храниться безопасно. · Hunting rifles must be stored safely.
Ο θείος μας έχει μια κυνηγετική εξοχική κατοικία στα βουνά.
Наш дядя имеет охотничий загородный дом в горах. · Our uncle has a hunting lodge in the mountains.
Αυτό το κυνηγετικό καταφύγιο είναι πολύ διάσημο.
Этот охотничий приют очень известен. · This hunting lodge is very famous.
Έχει κυνηγετικό πνεύμα και αγαπά την φύση.
У него охотский дух и он любит природу. · He has a hunting spirit and loves nature.