Греческий словарь
с грамматикой

κυνηγάω

[kiniˈɣao]глаголA2

Значения

1
охотиться
to hunt · κυνηγάω ελάφια — охотиться на оленей
2
преследовать, гнаться
to chase, pursue · κυνηγάω ληστές — преследовать грабителей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κυνηγάω
εσύ
κυνηγάς
αυτός
κυνηγάει
εμείς
κυνηγάμε
εσείς
κυνηγάτε
αυτοί
κυνηγάνε
Аорист
εγώ
κυνήγησα
εσύ
κυνήγησες
αυτός
κυνήγησε
εμείς
κυνήγησαν
εσείς
κυνήγησαν
αυτοί
κυνήγησαν
Будущее
εγώ
θα κυνηγάω
εσύ
θα κυνηγάς
αυτός
θα κυνηγάει
εμείς
θα κυνηγάμε
εσείς
θα κυνηγάτε
αυτοί
θα κυνηγάνε

Примеры

Οι κυνηγοί κυνηγούν ελάφια στο δάσος.
Охотники охотятся на оленей в лесу. · The hunters are hunting deer in the forest.
Η αστυνομία κυνηγά τους διαρρήκτες.
Полиция преследует грабителей. · The police are chasing the burglars.
Κυνήγησα τη γάτα για μισή ώρα.
Я гонялся за кошкой полчаса. · I chased the cat for half an hour.
Τον κυνηγούν γιατί έκλεψε χρήματα.
Его преследуют, потому что он украл деньги. · They're after him because he stole money.