κυνήγηση
[kiˈniɣisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
охота, охотничий промысел
hunting, the activity of hunting wild animals · κυνήγηση με όπλα — охота с оружием
2
поиск, погоня (переносное значение)
hunt, search, pursuit (figurative) · κυνήγηση των ονείρων — погоня за мечтами
3
травля, охота (на кого-либо)
persecution, witch-hunt (against someone) · κυνήγηση αντιποίων — охота на врагов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κυνήγηση
вин.
την κυνήγηση
род.
της κυνήγησης
зват.
κυνήγηση
Мн. ч.
им.
οι κυνηγήσεις
вин.
τις κυνηγήσεις
род.
των κυνηγήσεων
зват.
κυνηγήσεις
Примеры
Η κυνήγηση είναι παράδοση στη ορεινή περιοχή.
Охота — традиция в горной местности. · Hunting is a tradition in the mountainous region.
Ξεκίνησαν την κυνήγησή τους για τον θησαυρό.
Они начали свою охоту за сокровищем. · They started their hunt for the treasure.
Η κυνήγηση των κακοποιών κράτησε μήνες.
Погоня за преступниками длилась месяцами. · The hunt for criminals lasted for months.
Απαγόρευσαν την κυνήγηση των ειδών που κινδυνεύουν.
Они запретили охоту на исчезающие виды. · They banned hunting endangered species.