Греческий словарь
с грамматикой

κυμαίνω

[kiˈmɛno]глаголB2

Значения

1
колебаться, изменяться в пределах
to range, to fluctuate, to vary between limits · οι τιμές κυμαίνονται — цены колеблются
2
волноваться (о море)
to surge, to swell (of the sea) · η θάλασσα κυμαίνεται — море волнуется

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κυμαίνω
εσύ
κυμαίνεις
αυτός
κυμαίνει
εμείς
κυμαίνουμε
εσείς
κυμαίνετε
αυτοί
κυμαίνουν
Аорист
εγώ
κυμάνθηκα
εσύ
κυμάνθηκες
αυτός
κυμάνθηκε
εμείς
κυμάνθηκαμε
εσείς
κυμάνθηκατε
αυτοί
κυμάνθηκαν
Будущее
εγώ
θα κυμανθώ
εσύ
θα κυμανθείς
αυτός
θα κυμανθεί
εμείς
θα κυμανθούμε
εσείς
θα κυμανθείτε
αυτοί
θα κυμανθούν

Примеры

Οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ δεκαπέντε και είκοσι βαθμών.
Температуры колеблются между пятнадцатью и двадцатью градусами. · Temperatures range between fifteen and twenty degrees.
Το κόστος του έργου κυμάνθηκε ανάλογα με τις ανάγκες.
Стоимость проекта варьировалась в зависимости от потребностей. · The project cost varied depending on requirements.
Η θάλασσα κυμαίνεται σήμερα λόγω της καταιγίδας.
Море волнуется сегодня из-за бури. · The sea is surging today because of the storm.
Οι απόψεις των ειδικών κυμαίνονται για το θέμα αυτό.
Мнения экспертов варьируются по этому вопросу. · Expert opinions vary on this matter.