Греческий словарь
с грамматикой

κυλώ

[kiˈlo]глаголA2

Значения

1
катиться, катить
to roll · η μπάλα κυλά — мяч катится
2
протекать, проходить (о времени)
to pass, to go by (of time) · οι μέρες κυλούν — дни проходят

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κυλώ
εσύ
κυλάς
αυτός
κυλά
εμείς
κυλάμε
εσείς
κυλάτε
αυτοί
κυλάνε
Аорист
εγώ
κύλησα
εσύ
κύλησες
αυτός
κύλησε
εμείς
κυλήσαμε
εσείς
κυλήσατε
αυτοί
κύλησαν
Будущее
εγώ
θα κυλήσω
εσύ
θα κυλήσεις
αυτός
θα κυλήσει
εμείς
θα κυλήσουμε
εσείς
θα κυλήσετε
αυτοί
θα κυλήσουν

Примеры

Το παιδί κύλησε τη μπάλα στον κήπο.
Ребёнок катил мяч по саду. · The child rolled the ball in the garden.
Τα χρόνια κυλάνε γρήγορα.
Годы проходят быстро. · Years go by quickly.
Το βαρέλι κυλιέται κάτω από το λόφο.
Бочка катится вниз по склону. · The barrel is rolling down the slope.
Θα κυλήσουμε τον καναπέ στη γωνία.
Мы закатим диван в угол. · We will roll the sofa into the corner.