κυκλώνω
[kiˈklono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
окружать, обступать
to surround, to encircle · κυκλώνω τον εχθρό — окружаю врага
2
кружиться, вращаться по кругу
to circle, to move in a circle · τα πουλιά κυκλώνουν στον ουρανό — птицы кружат в небе
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κυκλώνω
εσύ
κυκλώνεις
αυτός
κυκλώνει
εμείς
κυκλώνουμε
εσείς
κυκλώνετε
αυτοί
κυκλώνουν
Аорист
εγώ
κύκλωσα
εσύ
κύκλωσες
αυτός
κύκλωσε
εμείς
κυκλώσαμε
εσείς
κυκλώσατε
αυτοί
κύκλωσαν
Будущее
εγώ
θα κυκλώσω
εσύ
θα κυκλώσεις
αυτός
θα κυκλώσει
εμείς
θα κυκλώσουμε
εσείς
θα κυκλώσετε
αυτοί
θα κυκλώσουν
Примеры
Οι αστυνομικοί κύκλωσαν το κτίριο.
Полицейские окружили здание. · The police surrounded the building.
Το αεροπλάνο κυκλώνει πάνω από το αεροδρόμιο.
Самолёт кружит над аэропортом. · The plane is circling above the airport.
Πολλοί λάδες κυκλώνουν γύρω της.
Многие люди кружат вокруг неё. · Many people circle around her.